Χωρίς τον χαρακτηρισμό του ως νεότερο μνημείο και, κατ’ επέκταση, χωρίς καμία ουσιαστική νομική προστασία, μένει πλέον το παλιό Ξενία Ναυπλίου, ένα εμβληματικό δείγμα του ελληνικού μοντερνισμού, με σημαντική αρχιτεκτονική, ιστορική και πολεοδομική αξία.
Παρά τα τεκμηριωμένα στοιχεία που αναδεικνύουν τη σημασία του κτηρίου, το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων (ΚΣΝΜ) του υπουργείου Πολιτισμού αποφάσισε, κατά την τελευταία συνεδρίασή του, ότι το Ξενία Ναυπλίου «δεν διαθέτει ιδιαιτέρως αξιόλογα αρχιτεκτονικά και μορφολογικά χαρακτηριστικά» και ως εκ τούτου δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου για τον χαρακτηρισμό του ως νεότερου μνημείου.

Η απόφαση αυτή έρχεται μάλιστα σε αντίθεση με τη θετική εισήγηση της αρμόδιας Υπηρεσίας Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων Δυτικής Ελλάδας, Πελοποννήσου και Νοτίου Ιονίου, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο για ένα εξαιρετικά αβέβαιο μέλλον του κτηρίου. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πλέον ανοιχτά και σοβαρά, καθώς χωρίς θεσμική προστασία ακόμη και η κατεδάφιση δεν μπορεί να αποκλειστεί.
Η αρχιτεκτονική αξία που δεν «μέτρησε»
Στα στοιχεία που είχαν τεθεί υπόψη του ΚΣΝΜ περιλαμβανόταν η τεκμηρίωση ότι το παλιό Ξενία Ναυπλίου χαρακτηρίζεται από απλή και σαφή μορφολογική γλώσσα καθαρές γεωμετρικές μορφές οριζόντια ανάπτυξη και κλίμακα προσαρμοσμένη στο περιβάλλον άμεση σχέση εσωτερικού και εξωτερικού χώρου ορθή επιλογή υλικών και προσανατολισμό έμφαση στον περιβάλλοντα χώρο
Στοιχεία που αποτελούν βασικές αρχές της φιλοσοφίας των ξενοδοχείων Ξενία της δεκαετίας του ’50 και του ’60 και αποτυπώνουν με σαφήνεια τον ελληνικό μοντερνισμό. Παρ’ όλα αυτά, κρίθηκαν ανεπαρκή.


Προνομιακή θέση – πλήρης εγκατάλειψη
Το παλιό Ξενία Ναυπλίου βρίσκεται σε προνομιακή θέση στην Ακροναυπλία, με πανοραμική θέα προς την παραλία της Αρβανιτιάς από τη μία πλευρά και προς την παλιά πόλη του Ναυπλίου από την άλλη. Πρόκειται για έργο του 1958, του αρχιτέκτονα Ιωάννη Τριανταφυλλίδη, που λειτούργησε από το 1961, στο πλαίσιο του προγράμματος τουριστικής ανάπτυξης του ΕΟΤ.
Σήμερα όμως, το κτήριο παρουσιάζει εικόνα πλήρους απαξίωσης, σε μια περιοχή που είναι ταυτόχρονα αρχαιολογικού ενδιαφέροντος χαρακτηρισμένη ως περιοχή Natura ιδιαίτερου φυσικού και αισθητικού κάλλους. Η μακροχρόνια εγκατάλειψη το έχει μετατρέψει σε πρόβλημα για την πόλη, με εκτεταμένες φθορές, σοβαρά στατικά ζητήματα και ετοιμορροπίες.
Ένα βαρύ ιστορικό αδράνειας
Το Ξενία Ναυπλίου ανήκει, μαζί με το Ναυπλία Παλάς (πρώην Ξενία Παλάς) και τον Αμφιτρύωνα, στην Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ). Το 2000 μισθώθηκε για 30 χρόνια στην εταιρεία «Αργολικός Ήλιος Α.Ε.», η οποία είχε υποχρέωση να το ανακαινίσει και να το επαναλειτουργήσει.
Παρά την έγκριση σχετικής μελέτης το 2005 από το ΥΠΠΟ, ουδέποτε πραγματοποιήθηκαν εργασίες. Ακολούθησαν παρατάσεις, παρεμβάσεις του Δήμου, της Περιφέρειας ακόμη και της Εισαγγελίας, χωρίς αποτέλεσμα.
Έτσι, σε διάστημα σχεδόν 25 ετών, το άλλοτε εμβληματικό ξενοδοχείο μετατράπηκε σταδιακά σε άδειο κουφάρι, με τις εγκαταστάσεις του να καταρρέουν.
Τα Ξενία και η κληρονομιά Κωνσταντινίδη
Το Ξενία Ναυπλίου ήταν μία από τις πρώτες τέσσερις μονάδες που κατασκευάστηκαν από τον ΕΟΤ, μαζί με εκείνες των Δελφών, της Καστοριάς και της Μυκόνου, με χρηματοδότηση από το Σχέδιο Μάρσαλ. Την εποπτεία είχε ο σπουδαίος αρχιτέκτονας Άρης Κωνσταντινίδης, ο οποίος επέλεξε τους μελετητές των έργων.


Ο Ιωάννης Τριανταφυλλίδης, δημιουργός του Ξενία Ναυπλίου, υπήρξε αρχιτέκτονας σημαντικού έργου, με υπογραφές σε κτήρια όπως το Ξενία Μεσολογγίου και αρχαιολογικά μουσεία σε Πολύγυρο, Φιλίππους και Καβάλα.
Ένα κτήριο με ιστορικό βάθος
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι στη θέση του Ξενία υπήρχε τον 19ο αιώνα νοσοκομείο, ενώ σε γειτονικό σημείο είχαν ανεγερθεί φυλακές επί καθεστώτος Μεταξά, προσδίδοντας στο χώρο ιδιαίτερο ιστορικό βάθος.















